αρυτίδωτος
•
- κυριολεκτικάπου δεν έχει ρυτίδες Βικιλεξικό
- μεταφορικάήρεμος, γαλήνιος Βικιλεξικό
- Ένα κοπάδι χρυσόψαρα επιδίδεται σε ωραίους σχηματισμούς στο αρυτίδωτο γαλάζιο. (*)
Ετυμολογία
αρυτίδωτος < ελληνιστική κοινή ἀρρυτίδωτος < αρχαία ελληνική ῥυτίς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρυτίδωτος | αρυτίδωτη | αρυτίδωτο |
| Γενική | αρυτίδωτου | αρυτίδωτης | αρυτίδωτου |
| Αιτιατική | αρυτίδωτο | αρυτίδωτη | αρυτίδωτο |
| Κλητική | αρυτίδωτε | αρυτίδωτη | αρυτίδωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρυτίδωτοι | αρυτίδωτες | αρυτίδωτα |
| Γενική | αρυτίδωτων | αρυτίδωτων | αρυτίδωτων |
| Αιτιατική | αρυτίδωτους | αρυτίδωτες | αρυτίδωτα |
| Κλητική | αρυτίδωτοι | αρυτίδωτες | αρυτίδωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →