Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρυτίδα

/ɾiˈti.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πτυχή του δέρματος, κυρίως στο πρόσωπο, που προκύπτει με τη γήρανση του οργανισμού Βικιλεξικό
    • Μὴ νομίζῃς μὲ ρυτίδες / πῶς τὸ πρόσωπο χαλᾷ; / Καὶ ἡ θάλασσα δὲν εἶδες / μὲ ρυτίδες πῶς γελᾷ; (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Καλά γεράματα)

Ετυμολογία

ρυτίδα < αρχαία ελληνική ῥυτίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρυτίδαρυτίδες
Γενικήρυτίδαςρυτίδων
Αιτιατικήρυτίδαρυτίδες
Κλητικήρυτίδαρυτίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →