Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχαιοκάπηλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που παράνομα ασχολείται με το εμπόριο αρχαίων αντικειμένων Βικιλεξικό
    • Έκτακτα μέτρα «για την προστασία των αρχαιοτήτων μας σε διάφορες περιοχές της χώρας ενόψει καλοκαιριού» προετοιμάζει το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και αρμόδιες υπηρεσίες, έπειτα από πληροφορίες ότι «συμμορίες αρχαιοκάπηλων αλωνίζουν αρχαιολογικές περιοχές». (*)

Ετυμολογία

αρχαιοκάπηλος < αρχαιο- + κάπηλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχαιοκάπηλοςαρχαιοκάπηλοι
Γενικήαρχαιοκάπηλου / αρχαιοκαπήλουαρχαιοκάπηλων / αρχαιοκαπήλων
Αιτιατικήαρχαιοκάπηλοαρχαιοκάπηλους / αρχαιοκαπήλους
Κλητικήαρχαιοκάπηλεαρχαιοκάπηλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →