Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχαιοκαπηλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αρχαιοκαπηλία ή τους αρχαιοκάπηλους ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Το αρχαιοκαπηλικόν ζήτημα έκαμε το χρέος του, το αρχαιοκαπηλικόν ζήτημα ειμπορεί να πάγη στο καλό. (*)

Ετυμολογία

αρχαιοκαπηλικός < αρχαιοκάπηλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχαιοκαπηλικόςαρχαιοκαπηλικήαρχαιοκαπηλικό
Γενικήαρχαιοκαπηλικούαρχαιοκαπηλικήςαρχαιοκαπηλικού
Αιτιατικήαρχαιοκαπηλικόαρχαιοκαπηλικήαρχαιοκαπηλικό
Κλητικήαρχαιοκαπηλικέαρχαιοκαπηλικήαρχαιοκαπηλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχαιοκαπηλικοίαρχαιοκαπηλικέςαρχαιοκαπηλικά
Γενικήαρχαιοκαπηλικώναρχαιοκαπηλικώναρχαιοκαπηλικών
Αιτιατικήαρχαιοκαπηλικούςαρχαιοκαπηλικέςαρχαιοκαπηλικά
Κλητικήαρχαιοκαπηλικοίαρχαιοκαπηλικέςαρχαιοκαπηλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →