αρχινάω
•
- προφορικόαρχίζω Βικιλεξικό
- «δώσ' της κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει»
Ετυμολογία
αρχινάω < αρχιν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχινῶ
Άλλοι τύποι
αρχίνησααρχινημένοςαρχινώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →