Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιτεκτονικότητα

/aɾ.çi.te.kto.niˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ποιότητα της οργανωμένης ή αρχιτεκτονικής κατασκευής Βικιλεξικό
    • Είναι ένας εμβληματικός χώρος, μια ιστορία του Πειραιά και εμάς μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα να αναδείξουμε τα ιστορικά κτίρια σε ολόκληρη την Αττική όπου και εάν υπάρχουν, και να τα αναδείξουμε μέσα από την λειτουργικότητα τους, την χρηστικότητα τους αλλά και μέσα και από την αρχιτεκτονικότητα, όπου υπάρχει, για να παραμένει και να αναδεικνύεται.

Ετυμολογία

αρχιτεκτονικότητα < αρχιτεκτονικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχιτεκτονικότητααρχιτεκτονικότητες
Γενικήαρχιτεκτονικότηταςαρχιτεκτονικοτήτων
Αιτιατικήαρχιτεκτονικότητααρχιτεκτονικότητες
Κλητικήαρχιτεκτονικότητααρχιτεκτονικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →