αρχιψεύταρος
•
- ειρωνικόο ψευταράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιψεύταρος < αρχι- + ψεύτ(ης) + μεγεθυντικό επίθημα -αρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιψεύταρος | αρχιψεύταροι |
| Γενική | αρχιψεύταρου | αρχιψεύταρων |
| Αιτιατική | αρχιψεύταρο | αρχιψεύταρους |
| Κλητική | αρχιψεύταρε | αρχιψεύταροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →