Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχοντιά

/aɾ.xo(n)ˈdʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ευγένεια καταγωγής Βικιλεξικό
  2. για τόπο ή χώροεπιβλητικότητα, μεγαλοπρέπεια Βικιλεξικό
    • Η πόλη αυτή ακόμη διατηρεί την αρχοντιά του παρελθόντος.
  3. για πρόσωποαρχοντική συμπεριφορά ή εμφάνιση Βικιλεξικό
    • Αυτός έχει αρχοντιά.
    • Η πάστρα είναι μισή αρχοντιά.
    • (οικείο) Να ζήσει η αρχοντιά σου!

Ετυμολογία

αρχοντιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχοντιά < αρχαία ελληνική ἀρχοντία, με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας. Συγχρονικά αναλύεται σε άρχοντ(ας) + -ιά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχοντιάαρχοντιές
Γενικήαρχοντιάςαρχοντιών
Αιτιατικήαρχοντιάαρχοντιές
Κλητικήαρχοντιάαρχοντιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →