αρχοντιά
•
- ευγένεια καταγωγής Βικιλεξικό
- για τόπο ή χώροεπιβλητικότητα, μεγαλοπρέπεια Βικιλεξικό
- Η πόλη αυτή ακόμη διατηρεί την αρχοντιά του παρελθόντος.
- για πρόσωποαρχοντική συμπεριφορά ή εμφάνιση Βικιλεξικό
- Αυτός έχει αρχοντιά.
- Η πάστρα είναι μισή αρχοντιά.
- (οικείο) Να ζήσει η αρχοντιά σου!
Ετυμολογία
αρχοντιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχοντιά < αρχαία ελληνική ἀρχοντία, με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας. Συγχρονικά αναλύεται σε άρχοντ(ας) + -ιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχοντιά | αρχοντιές |
| Γενική | αρχοντιάς | αρχοντιών |
| Αιτιατική | αρχοντιά | αρχοντιές |
| Κλητική | αρχοντιά | αρχοντιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →