Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευγένεια

/eˈvʝe.ni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ευγενικού Βικιλεξικό
    • συμπεριφέρεται πάντοτε με ευγένεια, ακόμα και όταν είναι εκνευρισμένος
  2. η ιδιότητα του ευγενούς, το να ανήκει κάποιος σε αυτή την κοινωνική τάξη Βικιλεξικό
    • τίτλος ευγενείας
  3. προσφώνησηη ευγένειά σας: ως προσφώνηση Βικιλεξικό
    • Θα ήθελε η ευγένειά σας να μας εξηγήσει τους λόγους της διαφωνίας σας;
    • Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287

Ετυμολογία

ευγένεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐγένεια (ευγενική καταγωγή, ευγένεια πνεύματος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noblesse< ευ + -γένεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευγένειαευγένειες
Γενικήευγένειας / ευγενείαςευγενειών
Αιτιατικήευγένειαευγένειες
Κλητικήευγένειαευγένειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →