Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρωμανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους Αρωμάνους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς. Βικιλεξικό
    • Λέντζιου‑Τρίκου, Κούλα. http://georgakas.lit.auth.gr/dictionaries/index.php/leksika/lentziou-trikou-kΛεξικό της αρωμανικής (βλαχικής) γλώσσας] στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Ετυμολογία

αρωμανικός < Αρωμάνος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρωμανικόςαρωμανικήαρωμανικό
Γενικήαρωμανικούαρωμανικήςαρωμανικού
Αιτιατικήαρωμανικόαρωμανικήαρωμανικό
Κλητικήαρωμανικέαρωμανικήαρωμανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρωμανικοίαρωμανικέςαρωμανικά
Γενικήαρωμανικώναρωμανικώναρωμανικών
Αιτιατικήαρωμανικούςαρωμανικέςαρωμανικά
Κλητικήαρωμανικοίαρωμανικέςαρωμανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →