βλάχικος
•
- που αναφέρεται ή ανήκει στους βλάχους ή τους χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
- ιστορίαπου αναφέρεται στη Βλαχία ή στους κατοίκους της, τους Βλάχους Βικιλεξικό
- μειωτικόπου χαρακτηρίζει κάποιον χωρίς τρόπους και επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλάχικος < βλάχος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βλάχικος | βλάχικη | βλάχικο |
| Γενική | βλάχικου | βλάχικης | βλάχικου |
| Αιτιατική | βλάχικο | βλάχικη | βλάχικο |
| Κλητική | βλάχικε | βλάχικη | βλάχικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βλάχικοι | βλάχικες | βλάχικα |
| Γενική | βλάχικων | βλάχικων | βλάχικων |
| Αιτιατική | βλάχικους | βλάχικες | βλάχικα |
| Κλητική | βλάχικοι | βλάχικες | βλάχικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →