Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασέληνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σελήνη, χωρίς να έχει κάνει την εμφάνισή της η σελήνη Βικιλεξικό
    • ασέληνη νύχτα (σκοτεινή)

Ετυμολογία

ασέληνος < αρχαία ελληνική ἀσέληνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασέληνοςασέληνηασέληνο
Γενικήασέληνουασέληνηςασέληνου
Αιτιατικήασέληνοασέληνηασέληνο
Κλητικήασέληνεασέληνηασέληνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασέληνοιασέληνεςασέληνα
Γενικήασέληνωνασέληνωνασέληνων
Αιτιατικήασέληνουςασέληνεςασέληνα
Κλητικήασέληνοιασέληνεςασέληνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →