Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφέγγαρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φεγγάρι, χωρίς να έχει κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι Βικιλεξικό
    • Τ' άστρα έφεγγαν καθαρά κι ολόχρυσα στο φθινοπωριάτικο ουρανό, αλλά τα παράθυρα του παλατιού ήταν τόσο φωτισμένα, που έξω η αφέγγαρη νύχτα φαίνουνταν πιο σκοτεινή. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Ετυμολογία

αφέγγαρος < α- στερητικό + φεγγάρ(ι) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφέγγαροςαφέγγαρηαφέγγαρο
Γενικήαφέγγαρουαφέγγαρηςαφέγγαρου
Αιτιατικήαφέγγαροαφέγγαρηαφέγγαρο
Κλητικήαφέγγαρεαφέγγαρηαφέγγαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφέγγαροιαφέγγαρεςαφέγγαρα
Γενικήαφέγγαρωναφέγγαρωναφέγγαρων
Αιτιατικήαφέγγαρουςαφέγγαρεςαφέγγαρα
Κλητικήαφέγγαροιαφέγγαρεςαφέγγαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →