Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασήμαντος

/aˈsi.man.dos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη αξία και έτσι δεν ξεχωρίζει από τους πολλούς Βικιλεξικό
  2. χωρίς σημασία ή σπουδαιότητα, μη σημαντικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασήμαντος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀσήμαντος (ασφράγιστος, χωρίς σημάδι). Συγχρονικά αναλύεται σε α- (στερητικό) + αοριστικό θέμα σήμαν- του σημαίνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασήμαντοςασήμαντηασήμαντο
Γενικήασήμαντουασήμαντηςασήμαντου
Αιτιατικήασήμαντοασήμαντηασήμαντο
Κλητικήασήμαντεασήμαντηασήμαντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασήμαντοιασήμαντεςασήμαντα
Γενικήασήμαντωνασήμαντωνασήμαντων
Αιτιατικήασήμαντουςασήμαντεςασήμαντα
Κλητικήασήμαντοιασήμαντεςασήμαντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →