σημαίνω
•
- μεταβατικόχωρίς παθητική φωνή, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Τι σημαίνει η λέξη "ενδελεχώς";
- μεταβατικόχωρίς παθητική φωνή, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Η επιφύλαξή μου δε σημαίνει απροθυμία.
- μεταβατικόχωρίς παθητική φωνή, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Σήμανε συναγερμός στο στρατόπεδο.
- Τι πάθαν οι καμπάνες και σημαίνουν βραδιάτικο; (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- αμετάβατοχωρίς παθητική φωνή, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Σήμανε η ώρα για να ξεσηκωθούμε.
- με παθητική φωνή (μεταβατικό) καταγράφω σημάδι, σήμανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημαίνω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική σημαίνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σημαίνω | σημαίνεις | σημαίνει | σημαίνουμε | σημαίνετε | σημαίνουν / σημαίνουνε |
| Παρατατικός | σήμαινα | σήμαινες | σήμαινε | σημαίναμε | σημαίνατε | σήμαιναν / σημαίναν / σημαίνανε |
| Αόριστος | σήμανα | σήμανες | σήμανε | σημάναμε | σημάνατε | σήμαναν / σημάναν / σημάνανε |
| Μέλλοντας | θα σημάνω / θα σημαίνω | θα σημάνεις / θα σημαίνεις | θα σημάνει / θα σημαίνει | θα σημάνουμε / θα σημαίνουμε | θα σημάνετε / θα σημαίνετε | θα σημάνουν / θα σημάνουνε / θα σημαίνουν / θα σημαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω σημάνει | έχεις σημάνει | έχει σημάνει | έχουμε σημάνει | έχετε σημάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σημάνει | είχες σημάνει | είχε σημάνει | είχαμε σημάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σημάνει / να σημάνω / να σημαίνω | να έχεις σημάνει / να σημάνεις / να σημαίνεις | να έχει σημάνει / να σημάνει / να σημαίνει | να έχουμε σημάνει / να σημάνουμε / να σημαίνουμε | να έχετε σημάνει / να σημάνετε / να σημαίνετε | να σημάνουν / να σημάνουνε / να σημαίνουν / να σημαίνουνε |
| Προστακτική | — | σήμαινε / σήμανε | — | — | σημάνετε / σημαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σημάνθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →