Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασίκικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λεβέντικος, παλικαρίσιος Βικιλεξικό
    • Βαράτε βιολιτζίδες ασίκικο σκοπό Στο πλάι μου την έχω εκείνη π’ αγαπώ.
  2. μόρτικος, μάγκικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασίκικος < ασίκ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασίκικοςασίκικηασίκικο
Γενικήασίκικουασίκικηςασίκικου
Αιτιατικήασίκικοασίκικηασίκικο
Κλητικήασίκικεασίκικηασίκικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασίκικοιασίκικεςασίκικα
Γενικήασίκικωνασίκικωνασίκικων
Αιτιατικήασίκικουςασίκικεςασίκικα
Κλητικήασίκικοιασίκικεςασίκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →