ασίκικος
•
- λεβέντικος, παλικαρίσιος Βικιλεξικό
- Βαράτε βιολιτζίδες ασίκικο σκοπό Στο πλάι μου την έχω εκείνη π’ αγαπώ.
- μόρτικος, μάγκικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασίκικος < ασίκ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασίκικος | ασίκικη | ασίκικο |
| Γενική | ασίκικου | ασίκικης | ασίκικου |
| Αιτιατική | ασίκικο | ασίκικη | ασίκικο |
| Κλητική | ασίκικε | ασίκικη | ασίκικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασίκικοι | ασίκικες | ασίκικα |
| Γενική | ασίκικων | ασίκικων | ασίκικων |
| Αιτιατική | ασίκικους | ασίκικες | ασίκικα |
| Κλητική | ασίκικοι | ασίκικες | ασίκικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →