ασίκης
•
- λαϊκότροπολεβέντης, μάγκας Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη, [διήγημα], (1896) @papadiamantis.org, (Τὰ Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη στη Βικιθήκη)
- Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
ασίκης < (άμεσο δάνειο) τουρκική aşιk < αραβική عاشق (āşik, «εραστής»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασίκης | ασίκηδες |
| Γενική | ασίκη | ασίκηδων |
| Αιτιατική | ασίκη | ασίκηδες |
| Κλητική | ασίκη | ασίκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →