ασκαψία
•
- παρωχημένοη ιδιότητα του άσκαφτου, το να μην έχει σκαφτεί κάποιος τόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκαψία < α- + σκάβω + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκαψία | ασκαψίες |
| Γενική | ασκαψίας | ασκαψιών |
| Αιτιατική | ασκαψία | ασκαψίες |
| Κλητική | ασκαψία | ασκαψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →