Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου δεν έχει σκέλη Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοεπίμονος, ξεροκέφαλος Βικιλεξικό
  3. αρχαιοπρεπέςκαταταλαιπωρημένος, κατακουρασμένος, όταν πέφτει κάποιος ξερός από την κούραση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκελής < αρχαία ελληνική ἀσκελής < ἀ- + σκέλλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκελήςασκελήςασκελές
Γενικήασκελούςασκελούςασκελούς
Αιτιατικήασκελήασκελήασκελές
Κλητικήασκελή / ασκελήςασκελήςασκελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκελείςασκελείςασκελή
Γενικήασκελώνασκελώνασκελών
Αιτιατικήασκελείςασκελείςασκελή
Κλητικήασκελείςασκελείςασκελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →