Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκεψιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόαπερισκεψία, ασυλλογισιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκεψιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀσκεψία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασκεψιάασκεψιές
Γενικήασκεψιάςασκεψιών
Αιτιατικήασκεψιάασκεψιές
Κλητικήασκεψιάασκεψιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →