ασκεψιά
•
- ιδιωματικόαπερισκεψία, ασυλλογισιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκεψιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀσκεψία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκεψιά | ασκεψιές |
| Γενική | ασκεψιάς | ασκεψιών |
| Αιτιατική | ασκεψιά | ασκεψιές |
| Κλητική | ασκεψιά | ασκεψιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →