σκέφτομαι
•
- υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία Βικιλεξικό
- Τον σκέφτομαι συνεχώς.
- εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές Βικιλεξικό
- Σκέφτηκε μια πρωτότυπη λύση για το πρόβλημα των μαθηματικών.
- εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον Βικιλεξικό
- Σκέφτομαι ν᾿ αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά διστάζω· είναι ακριβό.
- για μηχανήεκτελώ εντολή, που δίδεται από έναν χρήστη στο σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης, στο οποίο υποβλήθηκε η εντολή για εργασία και μέσω διεργασίας, οπού προσομοιάζει την ανθρώπινη σκέψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκέφτομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπτομαι με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [pt] > [ft]. Συγκρίνετε με το νεοελληνικό σκέπτομαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκέφτομαι | σκέφτεσαι | σκέφτεται | σκεφτόμαστε | σκέφτεστε | σκέφτονται |
| Παρατατικός | σκεφτόμουν / σκεφτόμουνα | σκεφτόσουν / σκεφτόσουνα | σκεφτόταν / σκεφτότανε | σκεφτόμασταν / σκεφτόμαστε | σκεφτόσασταν / σκεφτόσαστε | σκέφτονταν / σκεφτόντουσαν |
| Αόριστος | σκέφτηκα | σκέφτηκες | σκέφτηκε | σκεφτήκαμε | σκεφτήκατε | σκέφτηκαν / σκεφτήκαν / σκεφτήκανε |
| Μέλλοντας | θα σκέφτομαι / θα σκεφτώ | θα σκέφτεσαι / θα σκεφτείς | θα σκέφτεται / θα σκεφτεί | θα σκεφτούμε / θα σκεφτόμαστε | θα σκέφτεστε / θα σκεφτείτε | θα σκέφτονται / θα σκεφτούν / θα σκεφτούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκεφτεί | έχεις σκεφτεί | έχει σκεφτεί | έχουμε σκεφτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκεφτεί | είχες σκεφτεί | είχε σκεφτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκεφτεί / να σκέφτομαι / να σκεφτώ | να έχεις σκεφτεί / να σκέφτεσαι / να σκεφτείς | να έχει σκεφτεί / να σκέφτεται / να σκεφτεί | να έχουμε σκεφτεί / να σκεφτούμε / να σκεφτόμαστε | να σκέφτεστε / να σκεφτείτε | να σκέφτονται / να σκεφτούν / να σκεφτούνε |
| Προστακτική | — | σκέψου | — | — | σκέφτεστε / σκεφτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →