Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασμίλευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σμιλευτεί, δεν τον έχουν επεξεργαστεί με τη σμίλη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανεπεξέργαστος, αδούλευτος, ακατέργαστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασμίλευτος < α- + σμιλεύω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασμίλευτοςασμίλευτηασμίλευτο
Γενικήασμίλευτουασμίλευτηςασμίλευτου
Αιτιατικήασμίλευτοασμίλευτηασμίλευτο
Κλητικήασμίλευτεασμίλευτηασμίλευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασμίλευτοιασμίλευτεςασμίλευτα
Γενικήασμίλευτωνασμίλευτωνασμίλευτων
Αιτιατικήασμίλευτουςασμίλευτεςασμίλευτα
Κλητικήασμίλευτοιασμίλευτεςασμίλευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →