σμίλη
•
- εργαλείο διαφόρων επαγγελμάτων (λιθοξόου, σιδηρουργού, χειρουργού κλπ), που έχει μία πεπλατυσμένη κοφτερή άκρη Βικιλεξικό
- δόντι σμιλόδοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμίλη < αρχαία ελληνική σμίλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμίλη | σμίλες |
| Γενική | σμίλης | σμιλών |
| Αιτιατική | σμίλη | σμίλες |
| Κλητική | σμίλη | σμίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →