Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασπέδιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άλογοπου δεν έχει λουριά στα πόδια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανεμπόδιστος, ασυγκράτητος, αχαλίνωτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασπέδιστος < α- στερητικό + σπεδίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασπέδιστοςασπέδιστηασπέδιστο
Γενικήασπέδιστουασπέδιστηςασπέδιστου
Αιτιατικήασπέδιστοασπέδιστηασπέδιστο
Κλητικήασπέδιστεασπέδιστηασπέδιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασπέδιστοιασπέδιστεςασπέδιστα
Γενικήασπέδιστωνασπέδιστωνασπέδιστων
Αιτιατικήασπέδιστουςασπέδιστεςασπέδιστα
Κλητικήασπέδιστοιασπέδιστεςασπέδιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →