σπεδίζω
•
- για άλογοτοποθετώ λουριά στα πόδια, ώστε να μην περπατά τελείως ελεύθερα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμποδίζω, συγκρατώ, χαλιναγωγώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπεδίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπεδίζω | σπεδίζεις | σπεδίζει | σπεδίζουμε | σπεδίζετε | σπεδίζουν / σπεδίζουνε |
| Παρατατικός | σπέδιζα | σπέδιζες | σπέδιζε | σπεδίζαμε | σπεδίζατε | σπέδιζαν / σπεδίζαν / σπεδίζανε |
| Αόριστος | σπέδισα | σπέδισες | σπέδισε | σπεδίσαμε | σπεδίσατε | σπέδισαν / σπεδίσαν / σπεδίσανε |
| Μέλλοντας | θα σπεδίζω / θα σπεδίσω | θα σπεδίζεις / θα σπεδίσεις | θα σπεδίζει / θα σπεδίσει | θα σπεδίζουμε / θα σπεδίσουμε | θα σπεδίζετε / θα σπεδίσετε | θα σπεδίζουν / θα σπεδίζουνε / θα σπεδίσουν / θα σπεδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπεδίσει | έχεις σπεδίσει | έχει σπεδίσει | έχουμε σπεδίσει | έχετε σπεδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπεδίσει | είχες σπεδίσει | είχε σπεδίσει | είχαμε σπεδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπεδίσει / να σπεδίζω / να σπεδίσω | να έχεις σπεδίσει / να σπεδίζεις / να σπεδίσεις | να έχει σπεδίσει / να σπεδίζει / να σπεδίσει | να έχουμε σπεδίσει / να σπεδίζουμε / να σπεδίσουμε | να έχετε σπεδίσει / να σπεδίζετε / να σπεδίσετε | να σπεδίζουν / να σπεδίζουνε / να σπεδίσουν / να σπεδίσουνε |
| Προστακτική | — | σπέδιζε / σπέδισε | — | — | σπεδίζετε / σπεδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →