ασπροκιτρινίζω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι ν’ αποκτήσει χρώμα ανοιχτό κίτρινο Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποκτώ χρώμα ανοιχτό κίτρινο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασπροκιτρινίζω < άσπρος + -ο- + κιτρινίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασπροκιτρινίζω | ασπροκιτρινίζεις | ασπροκιτρινίζει | ασπροκιτρινίζουμε | ασπροκιτρινίζετε | ασπροκιτρινίζουν / ασπροκιτρινίζουνε |
| Παρατατικός | ασπροκιτρίνιζα | ασπροκιτρίνιζες | ασπροκιτρίνιζε | ασπροκιτρινίζαμε | ασπροκιτρινίζατε | ασπροκιτρίνιζαν / ασπροκιτρινίζαν / ασπροκιτρινίζανε |
| Αόριστος | ασπροκιτρίνισα | ασπροκιτρίνισες | ασπροκιτρίνισε | ασπροκιτρινίσαμε | ασπροκιτρινίσατε | ασπροκιτρίνισαν / ασπροκιτρινίσαν / ασπροκιτρινίσανε |
| Μέλλοντας | θα ασπροκιτρινίζω / θα ασπροκιτρινίσω | θα ασπροκιτρινίζεις / θα ασπροκιτρινίσεις | θα ασπροκιτρινίζει / θα ασπροκιτρινίσει | θα ασπροκιτρινίζουμε / θα ασπροκιτρινίσουμε | θα ασπροκιτρινίζετε / θα ασπροκιτρινίσετε | θα ασπροκιτρινίζουν / θα ασπροκιτρινίζουνε / θα ασπροκιτρινίσουν / θα ασπροκιτρινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασπροκιτρινίσει | έχεις ασπροκιτρινίσει | έχει ασπροκιτρινίσει | έχουμε ασπροκιτρινίσει | έχετε ασπροκιτρινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασπροκιτρινίσει | είχες ασπροκιτρινίσει | είχε ασπροκιτρινίσει | είχαμε ασπροκιτρινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασπροκιτρινίσει / να ασπροκιτρινίζω / να ασπροκιτρινίσω | να έχεις ασπροκιτρινίσει / να ασπροκιτρινίζεις / να ασπροκιτρινίσεις | να έχει ασπροκιτρινίσει / να ασπροκιτρινίζει / να ασπροκιτρινίσει | να έχουμε ασπροκιτρινίσει / να ασπροκιτρινίζουμε / να ασπροκιτρινίσουμε | να έχετε ασπροκιτρινίσει / να ασπροκιτρινίζετε / να ασπροκιτρινίσετε | να ασπροκιτρινίζουν / να ασπροκιτρινίζουνε / να ασπροκιτρινίσουν / να ασπροκιτρινίσουνε |
| Προστακτική | — | ασπροκιτρίνιζε / ασπροκιτρίνισε | — | — | ασπροκιτρινίζετε / ασπροκιτρινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →