Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κίτρινος

/ˈci.tɾi.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κίτρινο χρώμα Βικιλεξικό
    • Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
  2. ωχρός Βικιλεξικό
    • φοβήθηκε και έγινε κίτρινος σαν το φλουρί

Ετυμολογία

κίτρινος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κίτρινος < κίτρον < λατινική citron < citrus < ετρουσκική < αρχαία ελληνική κέδρος (αντιδάνειο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκίτρινοςκίτρινηκίτρινο
Γενικήκίτρινουκίτρινηςκίτρινου
Αιτιατικήκίτρινοκίτρινηκίτρινο
Κλητικήκίτρινεκίτρινηκίτρινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκίτρινοικίτρινεςκίτρινα
Γενικήκίτρινωνκίτρινωνκίτρινων
Αιτιατικήκίτρινουςκίτρινεςκίτρινα
Κλητικήκίτρινοικίτρινεςκίτρινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →