κίτρινος
•
- που έχει κίτρινο χρώμα Βικιλεξικό
- Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
- ωχρός Βικιλεξικό
- φοβήθηκε και έγινε κίτρινος σαν το φλουρί
Ετυμολογία
κίτρινος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κίτρινος < κίτρον < λατινική citron < citrus < ετρουσκική < αρχαία ελληνική κέδρος (αντιδάνειο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κίτρινος | κίτρινη | κίτρινο |
| Γενική | κίτρινου | κίτρινης | κίτρινου |
| Αιτιατική | κίτρινο | κίτρινη | κίτρινο |
| Κλητική | κίτρινε | κίτρινη | κίτρινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κίτρινοι | κίτρινες | κίτρινα |
| Γενική | κίτρινων | κίτρινων | κίτρινων |
| Αιτιατική | κίτρινους | κίτρινες | κίτρινα |
| Κλητική | κίτρινοι | κίτρινες | κίτρινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →