ασπροπίνακας
•
- λείος λευκός πίνακας, ενίοτε μαγνητικός, που χρησιμοποιείται για γραφή ή σχεδίαση με μαρκαδόρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασπροπίνακας < ασπρο- + πίνακας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική whiteboard)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασπροπίνακας | ασπροπίνακες |
| Γενική | ασπροπίνακα | ασπροπινάκων |
| Αιτιατική | ασπροπίνακα | ασπροπίνακες |
| Κλητική | ασπροπίνακα | ασπροπίνακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →