μαυροπίνακας
•
- παρωχημένοξύλινος πίνακας, βαμμένος στη μία όψη του με μαύρο χρώμα, που επιτρέπει να γραφεί κάτι πάνω του με κιμωλία και χρησιμοποιείται ιδίως στις σχολικές αίθουσες Βικιλεξικό
- παρωχημένομαύρος πίνακας, όπου οι καταστηματάρχες σημείωναν όσα τους όφειλαν οι πελάτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαυροπίνακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μαυροπίναξ (από το 1838). Μορφολογικά αναλύεται σε μαυρο- + πίνακας < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tableau noir
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαυροπίνακας | μαυροπίνακες |
| Γενική | μαυροπίνακα | μαυροπινάκων |
| Αιτιατική | μαυροπίνακα | μαυροπίνακες |
| Κλητική | μαυροπίνακα | μαυροπίνακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →