Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαυροπίνακας

/ma.vɾoˈpi.na.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοξύλινος πίνακας, βαμμένος στη μία όψη του με μαύρο χρώμα, που επιτρέπει να γραφεί κάτι πάνω του με κιμωλία και χρησιμοποιείται ιδίως στις σχολικές αίθουσες Βικιλεξικό
  2. παρωχημένομαύρος πίνακας, όπου οι καταστηματάρχες σημείωναν όσα τους όφειλαν οι πελάτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαυροπίνακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μαυροπίναξ (από το 1838). Μορφολογικά αναλύεται σε μαυρο- + πίνακας < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tableau noir

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαυροπίνακαςμαυροπίνακες
Γενικήμαυροπίνακαμαυροπινάκων
Αιτιατικήμαυροπίνακαμαυροπίνακες
Κλητικήμαυροπίνακαμαυροπίνακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →