ασπροφορώ
•
- λευκοφορώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασπροφορώ < άσπρος + -ο- + -φορώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασπροφορώ | ασπροφορείς | ασπροφορεί | ασπροφορούμε | ασπροφορείτε | ασπροφορούν / ασπροφορούνε |
| Παρατατικός | ασπροφορούσα | ασπροφορούσες | ασπροφορούσε | ασπροφορούσαμε | ασπροφορούσατε | ασπροφορούσαν / ασπροφορούσανε |
| Αόριστος | ασπροφόρησα | ασπροφόρησες | ασπροφόρησε | ασπροφορήσαμε | ασπροφορήσατε | ασπροφορήσαν / ασπροφορήσανε / ασπροφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα ασπροφορήσω / θα ασπροφορώ | θα ασπροφορήσεις / θα ασπροφορείς | θα ασπροφορήσει / θα ασπροφορεί | θα ασπροφορήσουμε / θα ασπροφορούμε | θα ασπροφορήσετε / θα ασπροφορείτε | θα ασπροφορήσουν / θα ασπροφορήσουνε / θα ασπροφορούν / θα ασπροφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω ασπροφορήσει | έχεις ασπροφορήσει | έχει ασπροφορήσει | έχουμε ασπροφορήσει | έχετε ασπροφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασπροφορήσει | είχες ασπροφορήσει | είχε ασπροφορήσει | είχαμε ασπροφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασπροφορήσει / να ασπροφορήσω / να ασπροφορώ | να έχεις ασπροφορήσει / να ασπροφορήσεις / να ασπροφορείς | να έχει ασπροφορήσει / να ασπροφορήσει / να ασπροφορεί | να έχουμε ασπροφορήσει / να ασπροφορήσουμε / να ασπροφορούμε | να έχετε ασπροφορήσει / να ασπροφορήσετε / να ασπροφορείτε | να ασπροφορήσουν / να ασπροφορήσουνε / να ασπροφορούν / να ασπροφορούνε |
| Προστακτική | — | ασπροφόρει / ασπροφόρησε | — | — | ασπροφορήστε / ασπροφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →