μαυροφορώ
•
- αμετάβατοφορώ μαύρα (ρούχα) Βικιλεξικό
- αμετάβατοπενθώ και ντύνομαι στα μαύρα Βικιλεξικό
- μεταβατικόβυθίζω μια άλλη οικογένεια ή άτομο στο πένθος, το κάνω να βάλει μαύρα, επειδή σκοτώνω κάποιον συγγενή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαυροφορώ < μεσαιωνική ελληνική μαυροφορώ < μαυροφόρος < ελληνιστική κοινή μαῦρος + αρχαία ελληνική φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαυροφορώ | μαυροφορείς | μαυροφορεί | μαυροφορούμε | μαυροφορείτε | μαυροφορούν / μαυροφορούνε |
| Παρατατικός | μαυροφορούσα | μαυροφορούσες | μαυροφορούσε | μαυροφορούσαμε | μαυροφορούσατε | μαυροφορούσαν / μαυροφορούσανε |
| Αόριστος | μαυροφόρησα | μαυροφόρησες | μαυροφόρησε | μαυροφορήσαμε | μαυροφορήσατε | μαυροφορήσαν / μαυροφορήσανε / μαυροφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα μαυροφορήσω / θα μαυροφορώ | θα μαυροφορήσεις / θα μαυροφορείς | θα μαυροφορήσει / θα μαυροφορεί | θα μαυροφορήσουμε / θα μαυροφορούμε | θα μαυροφορήσετε / θα μαυροφορείτε | θα μαυροφορήσουν / θα μαυροφορήσουνε / θα μαυροφορούν / θα μαυροφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω μαυροφορήσει | έχεις μαυροφορήσει | έχει μαυροφορήσει | έχουμε μαυροφορήσει | έχετε μαυροφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαυροφορήσει | είχες μαυροφορήσει | είχε μαυροφορήσει | είχαμε μαυροφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαυροφορήσει / να μαυροφορήσω / να μαυροφορώ | να έχεις μαυροφορήσει / να μαυροφορήσεις / να μαυροφορείς | να έχει μαυροφορήσει / να μαυροφορήσει / να μαυροφορεί | να έχουμε μαυροφορήσει / να μαυροφορήσουμε / να μαυροφορούμε | να έχετε μαυροφορήσει / να μαυροφορήσετε / να μαυροφορείτε | να μαυροφορήσουν / να μαυροφορήσουνε / να μαυροφορούν / να μαυροφορούνε |
| Προστακτική | — | μαυροφόρει / μαυροφόρησε | — | — | μαυροφορήστε / μαυροφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →