αστάθεια
•
- η έλλειψη σταθερότητας ενός αντικειμένου, όταν είναι ακίνητο ή κατά την κίνησή του Βικιλεξικό
- είχε μια αστάθεια στο βάδισμά του
- η κατάσταση κατά την οποία ένα σύστημα γνωρίζει συνεχείς και απρόβλεπτες αλλαγές Βικιλεξικό
- η κατάσταση της υγείας του χαρακτηρίζεται από αστάθεια
Ετυμολογία
αστάθεια < ελληνιστική ἀστάθεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστάθεια | αστάθειες |
| Γενική | αστάθειας | ασταθειών |
| Αιτιατική | αστάθεια | αστάθειες |
| Κλητική | αστάθεια | αστάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →