Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστάθεια

/aˈsta.θi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη σταθερότητας ενός αντικειμένου, όταν είναι ακίνητο ή κατά την κίνησή του Βικιλεξικό
    • είχε μια αστάθεια στο βάδισμά του
  2. η κατάσταση κατά την οποία ένα σύστημα γνωρίζει συνεχείς και απρόβλεπτες αλλαγές Βικιλεξικό
    • η κατάσταση της υγείας του χαρακτηρίζεται από αστάθεια

Ετυμολογία

αστάθεια < ελληνιστική ἀστάθεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστάθειααστάθειες
Γενικήαστάθειαςασταθειών
Αιτιατικήαστάθειααστάθειες
Κλητικήαστάθειααστάθειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →