Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασταθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από αστάθεια Βικιλεξικό
    • ασταθής χαρακτήρας, ασταθής κατάσταση
  2. που χαρακτηρίζεται από αστάθεια Βικιλεξικό
    • ασταθής πλειοψηφία, ασταθής ισορροπία

Ετυμολογία

ασταθής < αρχαία ελληνική ἀσταθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασταθήςασταθήςασταθές
Γενικήασταθούςασταθούςασταθούς
Αιτιατικήασταθήασταθήασταθές
Κλητικήασταθή / ασταθήςασταθήςασταθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασταθείςασταθείςασταθή
Γενικήασταθώνασταθώνασταθών
Αιτιατικήασταθείςασταθείςασταθή
Κλητικήασταθείςασταθείςασταθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →