αστάθμητος
•
- μεταφορικάπου δεν μπορεί να σταθμιστεί, να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί Βικιλεξικό
- δεν περιμέναμε αυτή την τροπή στα γεγονότα διότι επέδρασαν αστάθμητοι παράγοντες
- στις εξετάσεις, το μάθημα της έκθεσης θεωρείται από πολλούς πως τελικά επιδρά με αστάθμητο τρόπο, σε σχέση με υπόλοιπα εξεταζόμενα μαθήματα, στη διαμόρφωση των τελικών αποτελεσμάτων
- που δε ζυγίστηκε ή δεν μπορεί να ζυγιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστάθμητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀστάθμητος (ασταθής) < ἀ- στερητικό + σταθμη- (σταθμέω) + -τος < στάθμη (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική impondérable)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστάθμητος | αστάθμητη | αστάθμητο |
| Γενική | αστάθμητου | αστάθμητης | αστάθμητου |
| Αιτιατική | αστάθμητο | αστάθμητη | αστάθμητο |
| Κλητική | αστάθμητε | αστάθμητη | αστάθμητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστάθμητοι | αστάθμητες | αστάθμητα |
| Γενική | αστάθμητων | αστάθμητων | αστάθμητων |
| Αιτιατική | αστάθμητους | αστάθμητες | αστάθμητα |
| Κλητική | αστάθμητοι | αστάθμητες | αστάθμητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →