Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταθμητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι δυνατόν να σταθμιστεί, να υπολογιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταθμητός < αρχαία ελληνική σταθμητός < σταθμάω / σταθμέω < στάθμη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταθμητόςσταθμητήσταθμητό
Γενικήσταθμητούσταθμητήςσταθμητού
Αιτιατικήσταθμητόσταθμητήσταθμητό
Κλητικήσταθμητέσταθμητήσταθμητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταθμητοίσταθμητέςσταθμητά
Γενικήσταθμητώνσταθμητώνσταθμητών
Αιτιατικήσταθμητούςσταθμητέςσταθμητά
Κλητικήσταθμητοίσταθμητέςσταθμητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →