Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστασία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αστάθεια, μη σταθερότητα Βικιλεξικό
    • Είπε για τη νοθεία των εκλογών, την αστασία των πολιτικών πεποιθήσεων, την ανειλικρίνεια των κυβερνώντων […] (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 17)

Ετυμολογία

αστασία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστασίααστασίες
Γενικήαστασίαςαστασιών
Αιτιατικήαστασίααστασίες
Κλητικήαστασίααστασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →