Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστεΐζομαι

ρήμα
•
  1. λόγιολέω αστεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστεΐζομαι < ελληνιστική κοινή ἀστεΐζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαστεΐζομαιαστεΐζεσαιαστεΐζεταιαστεϊζόμαστεαστεΐζεστεαστεΐζονται
Παρατατικόςαστεϊζόμουν / αστεϊζόμουνααστεϊζόσουν / αστεϊζόσουνααστεϊζόταν / αστεϊζότανεαστεϊζόμασταν / αστεϊζόμαστεαστεϊζόσασταν / αστεϊζόσαστεαστεΐζονταν / αστεϊζόντουσαν
Αόριστοςαστεΐστηκααστεΐστηκεςαστεΐστηκεαστεϊστήκαμεαστεϊστήκατεαστεΐστηκαν / αστεϊστήκαν / αστεϊστήκανε
Μέλλονταςθα αστεΐζομαι / θα αστεϊστώθα αστεΐζεσαι / θα αστεϊστείςθα αστεΐζεται / θα αστεϊστείθα αστεϊζόμαστε / θα αστεϊστούμεθα αστεΐζεστε / θα αστεϊστείτεθα αστεΐζονται / θα αστεϊστούν / θα αστεϊστούνε
Παρακείμενοςέχω αστεϊστείέχεις αστεϊστείέχει αστεϊστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αστεϊστείείχες αστεϊστείείχε αστεϊστεί———
Υποτακτικήνα έχω αστεϊστεί / να αστεΐζομαι / να αστεϊστώνα έχεις αστεϊστεί / να αστεΐζεσαι / να αστεϊστείςνα έχει αστεϊστεί / να αστεΐζεται / να αστεϊστείνα αστεϊζόμαστε / να αστεϊστούμενα αστεΐζεστε / να αστεϊστείτενα αστεΐζονται / να αστεϊστούν / να αστεϊστούνε
Προστακτική—αστεΐζου / αστεΐσου——αστεΐζεστε / αστεϊστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →