αστεΐζομαι
•
- λόγιολέω αστεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστεΐζομαι < ελληνιστική κοινή ἀστεΐζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αστεΐζομαι | αστεΐζεσαι | αστεΐζεται | αστεϊζόμαστε | αστεΐζεστε | αστεΐζονται |
| Παρατατικός | αστεϊζόμουν / αστεϊζόμουνα | αστεϊζόσουν / αστεϊζόσουνα | αστεϊζόταν / αστεϊζότανε | αστεϊζόμασταν / αστεϊζόμαστε | αστεϊζόσασταν / αστεϊζόσαστε | αστεΐζονταν / αστεϊζόντουσαν |
| Αόριστος | αστεΐστηκα | αστεΐστηκες | αστεΐστηκε | αστεϊστήκαμε | αστεϊστήκατε | αστεΐστηκαν / αστεϊστήκαν / αστεϊστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αστεΐζομαι / θα αστεϊστώ | θα αστεΐζεσαι / θα αστεϊστείς | θα αστεΐζεται / θα αστεϊστεί | θα αστεϊζόμαστε / θα αστεϊστούμε | θα αστεΐζεστε / θα αστεϊστείτε | θα αστεΐζονται / θα αστεϊστούν / θα αστεϊστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αστεϊστεί | έχεις αστεϊστεί | έχει αστεϊστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αστεϊστεί | είχες αστεϊστεί | είχε αστεϊστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αστεϊστεί / να αστεΐζομαι / να αστεϊστώ | να έχεις αστεϊστεί / να αστεΐζεσαι / να αστεϊστείς | να έχει αστεϊστεί / να αστεΐζεται / να αστεϊστεί | να αστεϊζόμαστε / να αστεϊστούμε | να αστεΐζεστε / να αστεϊστείτε | να αστεΐζονται / να αστεϊστούν / να αστεϊστούνε |
| Προστακτική | — | αστεΐζου / αστεΐσου | — | — | αστεΐζεστε / αστεϊστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →