αστράγγιστος
•
- που δε στραγγίστηκε, ασούρωτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστράγγιστος < α- + στραγγίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστράγγιστος | αστράγγιστη | αστράγγιστο |
| Γενική | αστράγγιστου | αστράγγιστης | αστράγγιστου |
| Αιτιατική | αστράγγιστο | αστράγγιστη | αστράγγιστο |
| Κλητική | αστράγγιστε | αστράγγιστη | αστράγγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστράγγιστοι | αστράγγιστες | αστράγγιστα |
| Γενική | αστράγγιστων | αστράγγιστων | αστράγγιστων |
| Αιτιατική | αστράγγιστους | αστράγγιστες | αστράγγιστα |
| Κλητική | αστράγγιστοι | αστράγγιστες | αστράγγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →