στραγγίζω
•
- αφαιρώ το υγρό που υπάρχει κάπου με στραγγιστήρι ή άλλο τρόπο, αφήνοντάς το να τρέξει ως την τελευταία σταγόνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάχάνω την ικμάδα ή την αντοχή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραγγίζω < ελληνιστική κοινή στραγγίζω < στράγξ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στραγγίζω | στραγγίζεις | στραγγίζει | στραγγίζουμε | στραγγίζετε | στραγγίζουν / στραγγίζουνε |
| Παρατατικός | στράγγιζα | στράγγιζες | στράγγιζε | στραγγίζαμε | στραγγίζατε | στράγγιζαν / στραγγίζαν / στραγγίζανε |
| Αόριστος | στράγγιξα | στράγγιξες | στράγγιξε | στραγγίξαμε | στραγγίξατε | στράγγιξαν / στραγγίξαν / στραγγίξανε |
| Μέλλοντας | θα στραγγίζω / θα στραγγίξω | θα στραγγίζεις / θα στραγγίξεις | θα στραγγίζει / θα στραγγίξει | θα στραγγίζουμε / θα στραγγίξουμε | θα στραγγίζετε / θα στραγγίξετε | θα στραγγίζουν / θα στραγγίζουνε / θα στραγγίξουν / θα στραγγίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω στραγγίξει | έχεις στραγγίξει | έχει στραγγίξει | έχουμε στραγγίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στραγγίξει | είχες στραγγίξει | είχε στραγγίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στραγγίξει / να στραγγίζω / να στραγγίξω | να έχεις στραγγίξει / να στραγγίζεις / να στραγγίξεις | να έχει στραγγίξει / να στραγγίζει / να στραγγίξει | να έχουμε στραγγίξει / να στραγγίζουμε / να στραγγίξουμε | να στραγγίζετε / να στραγγίξετε | να στραγγίζουν / να στραγγίζουνε / να στραγγίξουν / να στραγγίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε στραγγιγμένο / στράγγιζε / στράγγιξε | — | — | στραγγίζετε / στραγγίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στραγγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →