αστρακώνω
•
- αλείφω με αστρακιά τη στέγη Βικιλεξικό
- αλείφω τοίχο με ασβεστοκονίαμα, σουβαντίζω Βικιλεξικό
- σκληραίνω το έδαφος με επίστρωση χαλικιών Βικιλεξικό
- μεταφορικάστενοχωρώ κάποιον Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάσκληραίνω Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ν΄ στίχ. 25 (25-26) αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
αστρακώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →