αστρακωμένος
•
- ιδιωματικόπου έχει γίνει σκληρός, στέρεος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι΄ στίχ. 722 (721-722) αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
αστρακωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αστρακώνω, (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστρακωμένος
Άλλοι τύποι
αστρακωμένααστρακωμένεαστρακωμένεςαστρακωμένηαστρακωμένηςαστρακωμένοαστρακωμένοιαστρακωμένοςαστρακωμένουαστρακωμένουςαστρακωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →