Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστροναυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αστροναύτη ή την αστροναυτική ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαστροναυτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστροναυτικός < αστροναύτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστροναυτικόςαστροναυτικήαστροναυτικό
Γενικήαστροναυτικούαστροναυτικήςαστροναυτικού
Αιτιατικήαστροναυτικόαστροναυτικήαστροναυτικό
Κλητικήαστροναυτικέαστροναυτικήαστροναυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστροναυτικοίαστροναυτικέςαστροναυτικά
Γενικήαστροναυτικώναστροναυτικώναστροναυτικών
Αιτιατικήαστροναυτικούςαστροναυτικέςαστροναυτικά
Κλητικήαστροναυτικοίαστροναυτικέςαστροναυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →