Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυγκίνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε συγκινήθηκε ή συγκινείται Βικιλεξικό
    • κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά σε μια τέτοια τραγωδία

Ετυμολογία

ασυγκίνητος < ελληνιστική κοινή ἀσυγκίνητος < αρχαία ελληνική συγκινέω / συγκινῶ < σύν + κινέω / κινῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυγκίνητοςασυγκίνητηασυγκίνητο
Γενικήασυγκίνητουασυγκίνητηςασυγκίνητου
Αιτιατικήασυγκίνητοασυγκίνητηασυγκίνητο
Κλητικήασυγκίνητεασυγκίνητηασυγκίνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυγκίνητοιασυγκίνητεςασυγκίνητα
Γενικήασυγκίνητωνασυγκίνητωνασυγκίνητων
Αιτιατικήασυγκίνητουςασυγκίνητεςασυγκίνητα
Κλητικήασυγκίνητοιασυγκίνητεςασυγκίνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →