συγκινώ
•
- προκαλώ σε κάποιον συναισθηματική φόρτιση Βικιλεξικό
- συναρπάζω, προκαλώ το ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- επηρεάζω τα συναισθήματα κάποιου Βικιλεξικό
- κάνω κάποιον να δακρύσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκινώ < αρχαία ελληνική συγκινέω / συγκινῶ < σύν + κινέω / κινῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική émouvoir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκινώ | συγκίνει / συγκινείς | συγκινεί | συγκινούμε | συγκινείτε | συγκινούν |
| Παρατατικός | συγκινούσα | συγκινούσες | συγκινούσε | συγκινούσαμε | συγκινούσατε | συγκινούσαν |
| Αόριστος | συγκίνησα / συγκινήσω | συγκίνησε / συγκίνησες / συγκινήσεις | συγκίνησε / συγκινήσει | συγκινήσαμε / συγκινήσουμε | συγκινήσατε / συγκινήσετε / συγκινήστε | συγκίνησαν / συγκινήσουν |
| Μέλλοντας | θα συγκινήσω / θα συγκινώ | θα συγκινήσεις / θα συγκινείς | θα συγκινήσει / θα συγκινεί | θα συγκινήσουμε / θα συγκινούμε | θα συγκινήσετε / θα συγκινείτε | θα συγκινήσουν / θα συγκινούν |
| Παρακείμενος | έχω συγκινήσει | έχεις συγκινήσει | έχει συγκινήσει | έχουμε συγκινήσει | έχετε συγκινήσει | έχουν συγκινήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκινήσει | είχες συγκινήσει | είχε συγκινήσει | είχαμε συγκινήσει | είχατε συγκινήσει | είχαν συγκινήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →