ασυδοσία
•
- λόγιοη ανεξέλεγκτη ελευθερία λόγου ή πράξεων ενός ατόμου ή οργανισμού, το να μην περιορίζεται κάποιος από κάποιον ηθικό ή νομικό φραγμό Βικιλεξικό
- Πέρασε δυό χρόνια λευτεριάς, ασυδοσίας.
Ετυμολογία
ασυδοσία < ασύδο(τος) + -σία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυδοσία | ασυδοσίες |
| Γενική | ασυδοσίας | ασυδοσιών |
| Αιτιατική | ασυδοσία | ασυδοσίες |
| Κλητική | ασυδοσία | ασυδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →