Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασύδοτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου είναι απαλλαγμένος φόρων Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάαυτός που εκφράζεται ή ενεργεί ανεξέλεγκτα Βικιλεξικό
    • η συμπεριφορά των ασύδοτων κερδοσκόπων
    • Ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐσώθη ἀπὸ τοὺς ὄνυχάς των. Καὶ ὅλον τὸν καιρὸν ὕστερον ἐξηκολούθησε νὰ κάμνη μάγια, μάγια ἐναντίον τῶν κλεφτῶν, καὶ νὰ φέρνη εἰς αὐτοὺς πολλὰ μπλιπ μπλιπ μπλιπ, ὥστε πουθενὰ πλέον δὲν ὑπῆρχε πλιάτσικο - ἐωσότου, ἔδωκεν ὁ Θεὸς καὶ ἡσύχασαν τὰ πράγματα, καὶ ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ ἐχάρισε, καθὼς λέγουν, τὰ «Διαβολονήσια» εἰς τὴν Ἑλλάδα, κ' ἔκτοτε ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἀσύδοτα. Τὴν πλιατσικολογίαν διεδέχθη ἡ φορολογία, καὶ ἔκτοτε ὅλος ὁ περιούσιος λαὸς ἐξακολουθεῖ νὰ δουλεύη διὰ τὴν μεγάλην κεντρικὴν γαστέρα, τὴν «ὦτα οὐκ ἔχουσαν». (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Α)

Ετυμολογία

ασύδοτος < α- + συν + δοτός (<δίδωμι). Λέξη που πλάσθηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή το 1805 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ.Α, σελ. 170)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύδοτοςασύδοτηασύδοτο
Γενικήασύδοτουασύδοτηςασύδοτου
Αιτιατικήασύδοτοασύδοτηασύδοτο
Κλητικήασύδοτεασύδοτηασύδοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασύδοτοιασύδοτεςασύδοτα
Γενικήασύδοτωνασύδοτωνασύδοτων
Αιτιατικήασύδοτουςασύδοτεςασύδοτα
Κλητικήασύδοτοιασύδοτεςασύδοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →