Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνεννόητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός με τον οποίο δεν μπορεί κανείς να συνεννοηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνεννόητος < α- + συνεννοούμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνεννόητοςασυνεννόητηασυνεννόητο
Γενικήασυνεννόητουασυνεννόητηςασυνεννόητου
Αιτιατικήασυνεννόητοασυνεννόητηασυνεννόητο
Κλητικήασυνεννόητεασυνεννόητηασυνεννόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνεννόητοιασυνεννόητεςασυνεννόητα
Γενικήασυνεννόητωνασυνεννόητωνασυνεννόητων
Αιτιατικήασυνεννόητουςασυνεννόητεςασυνεννόητα
Κλητικήασυνεννόητοιασυνεννόητεςασυνεννόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →