Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεννοήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός με τον οποίο μπορεί κανείς να συνεννοηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεννοήσιμος < συνεννοούμαι + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεννοήσιμοςσυνεννοήσιμησυνεννοήσιμο
Γενικήσυνεννοήσιμουσυνεννοήσιμηςσυνεννοήσιμου
Αιτιατικήσυνεννοήσιμοσυνεννοήσιμησυνεννοήσιμο
Κλητικήσυνεννοήσιμεσυνεννοήσιμησυνεννοήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεννοήσιμοισυνεννοήσιμεςσυνεννοήσιμα
Γενικήσυνεννοήσιμωνσυνεννοήσιμωνσυνεννοήσιμων
Αιτιατικήσυνεννοήσιμουςσυνεννοήσιμεςσυνεννοήσιμα
Κλητικήσυνεννοήσιμοισυνεννοήσιμεςσυνεννοήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →