Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι συνεπής Βικιλεξικό
  2. ανακόλουθος Βικιλεξικό
  3. αντιφατικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνεπής < α- + συνεπής (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inconséquent)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνεπήςασυνεπήςασυνεπές
Γενικήασυνεπούςασυνεπούςασυνεπούς
Αιτιατικήασυνεπήασυνεπήασυνεπές
Κλητικήασυνεπή / ασυνεπήςασυνεπήςασυνεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνεπείςασυνεπείςασυνεπή
Γενικήασυνεπώνασυνεπώνασυνεπών
Αιτιατικήασυνεπείςασυνεπείςασυνεπή
Κλητικήασυνεπείςασυνεπείςασυνεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →