συνεπής
•
- που ακολουθεί απαρέγκλιτα τα ιδανικά, τις ιδέες και τα πιστεύω του και φέρεται και ενεργεί βάσει αυτών Βικιλεξικό
- που αντεπεξέρχεται με ακρίβεια και τακτικά στις υποχρεώσεις του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπής < συνέπεια + -ής (αναδρομικός σχηματισμός) < (ελληνιστική κοινή) < σύν + αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος < πρωτοελληνική *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wékʷos < *wekʷ- (μιλώ) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conséquence)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπής | συνεπής | συνεπές |
| Γενική | συνεπούς | συνεπούς | συνεπούς |
| Αιτιατική | συνεπή | συνεπή | συνεπές |
| Κλητική | συνεπή / συνεπής | συνεπής | συνεπές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπείς | συνεπείς | συνεπή |
| Γενική | συνεπών | συνεπών | συνεπών |
| Αιτιατική | συνεπείς | συνεπείς | συνεπή |
| Κλητική | συνεπείς | συνεπείς | συνεπή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →